Οι ψυχές βαδίζουν μόνες


Οι ψυχές βαδίζουν μόνες

 Aν έχεις την τόλμη και την ευλογία να κοιτάξεις βαθιά πίσω από την ίριδα, εκεί που κατοικεί η ψυχή, αν ευλογηθείς να μεταλάβεις τη δίψα του αγαπημένου άλλου, αν ευτυχήσεις να του δώσεις βροχή και θάλασσα και να τον ξεδιψάσεις, τότε έγινες κομμάτι της καρδιάς του. Ευλογία! Αυτή η γυναίκα τα είχε πετύχει όλα! Βροχή και θάλασσα, γλύκα κι αρμύρα! Την είχε συνεχώς στο μυαλό του, στη φαντασία του, στα όνειρά του. Του είχε γίνει έμμονη ιδέα, μια γλυκιά απουσία-παρουσία, ένας ήλιος που τον ζέσταινε, τον γλύκαινε, τον κρατούσε ζωντανό και του έδινε δύναμη να συνεχίσει ν’ αγωνίζεται. Ήταν μόνος και βάδιζε σ’ ένα δρόμο ανηφορικό κι εκείνη ήταν η αδελφή ψυχή που θα βάδιζε στο εξής μαζί του. Όχι μπροστά, ούτε πίσω, αλλά πλάι του. Αυτή η αδελφή ψυχή, του έδινε κουράγιο ν’ αγωνίζεται, να παλεύει, ν’ αποδεικνύει ότι άξιζε.
 Αισθανόταν ότι τίποτα και κανένας δεν του χαρίστηκε ποτέ, ότι και για τα αυτονόητα έπρεπε να παλέψει. Πολλές φορές αισθανόταν βυθισμένος, χαμένος. Οι μέρες του κυλούσαν, μάλλον έτρεχαν, με ρυθμούς τρελούς σ’ έναν αγώνα όπου εκείνος ήταν διαιτητής, αθλητής, θεατής, χορηγός, νικητής και νικημένος! Αισθανόταν ότι πρωταγωνιστούσε σε διαφορετικά σενάρια, ότι ζούσε παράλληλες ζωές,  σε μιαν αρένα δικής του επιλογής όπου τα πράγματα συνέβαιναν κάποτε χωρίς να τα συνειδητοποιεί, χωρίς να τα βιώνει.

Το βράδυ ήταν γλυκό κι ένα χλωμό φεγγάρι έδινε μια ρομαντική, νοσταλγική νότα στο σκηνικό. Επέστρεφε σπίτι του με τα παιδιά του στο αυτοκίνητο, αμίλητοι με τη μουσική στη διαπασών. Η σιωπή του άρεσε και την προτιμούσε από τις συζητήσεις, όμως τα παιδιά είχαν πάντα ερωτήσεις κι εκείνος είχε πάντα τις απαντήσεις. Συζητούσε μαζί τους, τα καθησύχαζε, τα συμβούλευε, τους εξηγούσε. Τα απογεύματα ήταν μαζί τους, γνώριζε τις αγωνίες, τους φίλους, τους φόβους και τις χαρές τους. Θεωρούσε τον εαυτό του καλό πατέρα. Ήταν στοργικός, ειλικρινής, προστατευτικός όσο έπρεπε παρόλο που κάποτε τα παιδιά ήταν αχάριστα και σκληρά μαζί του. Η μάνα τους έφταιγε. Εκείνη φρόντιζε να τον μειώνει στα μάτια τους, ν’ αφήνει σχόλια και υπονοούμενα και να τα δηλητηριάζει. Τίποτα δεν πήγαινε καλά τελευταία κι εκείνος αισθανόταν ότι η ευθύνη ήταν δική του, μάλλον ήταν άτυχος ή ανίκανος να δράσει κι όλα γίνονταν γιατί έτσι έπρεπε κι όχι γιατί έτσι ήθελε.

Η γυναίκα του, το πλάσμα που τον έκανε να εμπιστευτεί τους ανθρώπους, να πιστέψει στην αγάπη δεν ήταν πια το γλυκό αγαπημένο κοριτσάκι που τον θαύμαζε και τον ακολουθούσε. Ήταν μακριά, ήταν αλλού, κι εκείνος βίωνε την απόλυτη μοναξιά. Ήταν ένα θλιβερό συναίσθημα απομόνωσης που συνοδευόταν από κούραση ψυχική, πικρία και απόγνωση. Ένιωθε ότι ακόμα κι όταν βρισκόταν μέσα στο πλήθος, στην παρέα του ή στην οικογένειά του,  οι άλλοι τριγύρω δεν τον άκουγαν, δεν τον κατανοούσαν,  δεν τον αγαπούσαν. Τελευταία δεν εμπιστευόταν τις ικανότητές του. Αισθανόταν  ότι έπρεπε να ήταν πάντοτε ευπροσάρμοστος και καθωσπρέπει κι αυτό τον τσάκιζε και τον βύθιζε ακόμη περισσότερο. Κάποτε σκεφτόταν ότι έτσι τον είχαν προγραμματίσει να λειτουργεί από την παιδική του ηλικία αφού είχε  υποστεί την αυστηρή κριτική και τις υπερβολικές απαιτήσεις του πατέρα του. Μόνη του παρηγοριά, νησί στον ωκεανό της θλίψης του ήταν εκείνη, η αδελφή ψυχή, η παράνομη σχέση. Παράνομη ναι, παράλογη όχι. Γιατί εκείνος ήξερε καλά τι σήμαινε το φως που απλόχερα έριχνε στις σκιές του η γυναίκα εκείνη.

Οδηγούσε  και το μυαλό του ταξίδευε. Τα παιδιά αποφάσισαν να τον αφήσουν ήσυχο και δεν είχαν καμιά ερώτηση εκείνο το βράδυ, καμιά κριτική, κανένα σχόλιο. Επέστρεφαν στο σπίτι από τη θάλασσα, από ένα απογευματινό μπάνιο που χάρισε σε όλους γαλήνη και ηρεμία. Στο μυαλό του θρονιασμένη εξακολουθούσε να βρίσκεται  εκείνη. Θυμόταν τα λόγια της. Κάποτε κατάφερνε να φέρνει στ’ αυτιά του ακόμα και τη φωνή της. Μια γλυκιά φωνή όλο νάζι και σιγουριά που διαλαλούσε τις αλήθειες της με γοητευτικό θράσος:  «Ο κόσμος είναι έμψυχος και νοερός!» Συνήθως όταν την σκεφτόταν έπλαθε στο μυαλό του και τη μορφή της να τον κοιτάζει κατάματα και να του χαμογελά. Τι όμορφα ήξερε να τοποθετεί τα πράγματα.

Ήταν μυστήρια και δυναμική, ειλικρινής, λαμπερή, ένα αστέρι. Το αστέρι του! Του ασκούσε μοναδική γοητεία κι ένιωθε ότι εκείνη ήταν ό,τι καλύτερο του είχε συμβεί τον τελευταίο χρόνο. Ήξερε να τον ηρεμεί, να τον γλυκαίνει, να τον κάνει να ονειρεύεται. Όταν βρισκόταν μαζί της, έχανε την αίσθηση του χρόνου, μπορούσαν να μιλάνε για ώρες, να γελάνε, να κλαίνε! Όλα γίνονταν όμορφα μαζί της. Το δέρμα της, η μυρωδιά της, τα μάτια της, το χαμόγελό της ήταν μοναδικά. Ήταν ο Ήλιος του, όμως εκείνος βρισκόταν στα υπόγεια και δεν μπορούσε να βγει στο φως.

Το φως. Η ζωή. Αλήθεια πόσα χρόνια ακόμα του έμεναν να ζήσει; Γιατί θα  ̕ πρεπε να χαραμίζει τη ζωή του αρνούμενος την ευτυχία, μέσα σε ένα σπίτι όπου η ειρωνεία και η αδιαφορία ήταν στην ημερήσια διάταξη; Τα παιδιά του ήταν πάντα η προτεραιότητά του, δεν έφευγε για κείνα, όμως ήταν αυτό ηθικό; Μήπως δεν αντιλαμβάνονταν  πόσο δυστυχισμένος ήταν; Αν τους μιλούσε, αν τους εξηγούσε, αν του έδιναν την ευκαιρία να τους ανοίξει την ψυχή του ίσως να ένιωθε καλύτερα. Θα έφευγε εκείνος από το σπίτι και δε θα άλλαζε η ζωή τους. Θα ήταν δίπλα τους καθημερινά. Τίποτα δε θα τους έλειπε. Θα έλειπαν μόνο οι φωνές, οι καυγάδες και τα κλάματα. Η μάνα τους θα ήταν πιο ήρεμη κι εκείνος θα ζούσε με τη γυναίκα της ζωής του. Τη γυναίκα που τον έκανε να αισθάνεται σημαντικός, ωραίος, μοναδικός. Το αποφάσισε.  Θα το έκανε!   Το ίδιο βράδυ κιόλας. Θα κατέβαζε τα παιδιά του σπίτι κι έπειτα θα πήγαινε σ’ εκείνη. Την τελευταία φορά που είχαν μιλήσει της ζήτησε να τον περιμένει ακόμα, της είπε ότι δεν μπορούσε  να φύγει από την οικογένειά του ακόμα, κι εκείνη τον φίλησε γλυκά και του είπε πως θα τον περίμενε για πάντα. Για πάντα!

Κατέβασε τα παιδιά από το αυτοκίνητο. Τους είπε ότι θα επέστρεφε σύντομα και θα τους ανακοίνωνε κάτι σημαντικό, τους είπε ότι είναι χαρούμενος κι αποφασισμένος. Εκείνα τον έβλεπαν απορημένα, στέκονταν εκεί στα σκαλιά του σπιτιού μέχρι που το αυτοκίνητο χάθηκε στη στροφή, εκείνος ήταν χαρούμενος, μια ψυχή που βάδιζε προς το ταίρι της, ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Σταμάτησε σ’ ένα ανθοπωλείο, τριαντάφυλλα κόκκινα, έφτασε στην πόρτα της, ένιωθε την καρδιά του να χτυπά ανελέητα, «ο κόσμος είναι έμψυχος και νοερός, οι ψυχές μας δε θα βαδίζουν πια μόνες, ναι, καρδιά μου, ήρθα», το κουδούνι ακούστηκε γλυκά, άνοιξε η πόρτα, ένας άλλος άνδρας ήταν εκεί, μια άλλη αδελφή ψυχή ίσως, εκείνη πιο πίσω, το πρόσωπο της χλωμό φεγγάρι, όχι ήλιος πια, όχι ο ήλιος του. Έφυγε.

Μπήκε στο σπίτι του μουδιασμένος. Πιο χαμένος, πιο βυθισμένος, πιo μόνος. Τα παιδιά είδαν τα τριαντάφυλλα. Κοίταξαν προς τη μάνα τους. Εκείνη τον είδε, είδε και τα τριαντάφυλλα, του χαμογέλασε. Του φάνηκε ότι τον ειρωνευόταν. Της τα έδωσε. Τα παιδιά γελούσαν, ήρθαν πλάι τους, ήταν μια ευτυχισμένη οικογένεια. Τα λουλούδια μπήκαν στο βάζο, τα χαμόγελα στα προσωπεία, ο κόσμος έγινε άψυχος αλλά πραγματικός κι η ψυχή του συνέχισε να βαδίζει μόνη.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Συνέντευξη της Αγγέλας Καϊμακλιώτη στο Γραφείον Ποιήσεως

Ο χαμένος τόπος και χρόνος στην ποιητική συλλογή “Εκ του Σύνεγγυς” της Αγγέλας Καϊμακλιώτη

Κριτική του λογοτέχνη και μουσικού Στέφανου Ζυμπουλάκη για την ποιητική συλλογή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη," Ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα"