Η υπαρξιακή μοναχικότητα με τη μορφή διηγηματικής σταυρο-βελονιάς, στη γραφή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη. Του Ζήνωνα Ζαννέτου

Αγγέλας Καϊμακλιώτη

«Οι ψυχές βαδίζουν μόνες»
(διηγήματα)

Σε ένα ιδιαίτερα καλαίσθητο τόμο των εκδόσεων «Πήλιο» η Αγγέλα Καϊμακλιώτη, η νεοεμφανισθείσα με τη συλλογή «Ξεκλειδώνοντας την Αλφαβήτα», 2011, ποιήτρια, δημοσιεύει δέκα (10) δοκιμές του πεζού της λόγου, (10) δέκα διηγήματα που εκπλήσσουν ευχάριστα τον αναγνώστη τους. Τίτλος των διηγημάτων, «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες».

Τα διηγήματα διακρίνονται:

1.για την ευανάγνωστη απλότητά τους

2.για τη νεωτερική διαπραγμάτευση του μύθου τους (αντιηρωϊσμός, ψυχογραφική εικόνιση του διπλανού μας συνοδοιπόρου ή του ίδιου του εαυτού μας, στοχασμικό μετέωρο το ζητούμενο του μύθου)

3.για την εμπλοκή της ηλεκτρονικής τεχνολογίας ως διαμορφωτή του νέου ένδον κόσμου του προσώπου και του ήθους του

4.για την ειλικρινή και μέχρι παιδικής αθωότητας προσέγγιση της σύγχρονης μοναξιάς του προσώπου, με βάση την ψυχική και πνευματική υγεία και όχι τα ψυχεδελικά καμώματα του συρμού, που «πρωτοπορούν», πλεοναστικά, στη σύγχρονη, νεοελληνική πεζογραφία για εντυπωσιασμό.

Και σε άλλη ευκαιρία – προσεγγίζοντας την αξιόλογη διηγηματογραφία του Κώστα Λυμπουρή και επιβραβεύοντας την απλότητα και την καθαρότητα της διατύπωσής του – εξέφρασα τις προσωπικές μου ενστάσεις για τη θεματολογία της νεοελληνικής πεζογραφίας, που, σήμερα, θεωρεί ως δείκτη νεωτερικότητας και καταξιωμένης γραφής τον ασθμαίνοντα ρυθμό της ψυχοπάθειας και το παραλογικό παραλήρημα του λόγου της Ζωής.



Όμως, σήμερα, δε ζει μόνον ο υπαρξιακά και ψυχικά ρημαγμένος άνθρωπος, το σπαρασσόμενο κοινωνικό πρόσωπο, που βιώνει, δραματικά, τη δυστυχία της μοναξιάς. Συμβιώνει και το υγιές πρόσωπο, που, ενδεχομένως, προβληματιζόμενο μονάζει, πνευματικά όμως αγωνίζεται να κατανοήσει την ατμόσφαιρα της σύγχρονης μοναχικότητας και με ορθολογία να την υπερβεί. Στο αλωνάκι της συμβίωσης ομφαλοσκοπείται αφ’ ενός η σύγχρονη δυστυχία του προσώπου με όρους ψυχοπάθειας και άρρωστης ψυχονεύρωσης και αφ’ ετέρου ενδοσκοπείται η μονολογία της αγωνιώσας συνείδησης, που επικαιροποιεί διαχρονικά προβλήματα της ψυχής και τα ανατέμνει με αυτογνωστική παρατηρητικότητα, προσδίδοντάς τους νέα δυναμική μέσα στο σύγχρονο κοινωνικό κλίμα. Την εξεικόνιση αυτή του ένδον κόσμου του σημερινού προσώπου την ανα-γιγνώσκουμε στη λογοτεχνία με τις εκφράσεις και τους ρυθμούς του επικοινωνιακού λόγου.



Η γραφή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη στον τόμο των διηγημάτων «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες» επιλέγει την απλότητα και την κλασική διατύπωση για να αποτυπώσει τη διεργασία της ψυχής και το διάλογο της με τη σύγχρονη καθημερινότητα. Τα διηγήματα της έχουν την αρετή της ακριβούς παρατήρησης και καταγραφής των ψυχικών εκπυρώσεων του μύθου, αλλά και την ευτυχή δομική σύζευξη της ενδογενούς μονολογίας του προσώπου με τη βιοτική του δράση σ’ έναν κύκλειο μύθο, όπου δοκιμάζεται το ήθος του προσώπου, στη βάσανο του με τον κοινωνικό λόγο του περιβάλλοντος κόσμου.



Κάθε διήγημα μυθοποιεί μια κεντρική και κυρίαρχη υπαρξιακή αγωνία ενός προσώπου, κατά την οποίαν το Εγώ, δουλωμένο στο ίδιον πάθος της διάκρισης, της καταξίωσης, της ελεύθερης ατομικής έκφρασης και διάχυσής του προς τον αντί κείμενο κόσμο, αυτοδιαψεύδεται, καθώς διαρρηγνύεται η ύφανση του ονειρικού του κόσμου. Τότε το Εγώ, πεπτωκός, γειώνεται σε εισόδιο άνοιγμα νέου, αδιόρατου και εν μυστηρίω κύκλου ζωής, τον οποίον η Κλωθώ μοίρα θα υφάνει από τα καταληκτήρια νήματα της περιπέτειας του μύθου του διηγήματος. Καθώς κλείνει ο κύκλος του μύθου, ο ήρωας του διηγήματος, ενώπιος ενωπίω, στη σιωπή, έτσι σοφός και μόνος, συνειδητοποιεί, χωρίς θρηνωδία, τις απαντήσεις της υπαρξιακής του αγωνίας και την ψυχική γεύση της περιπέτειάς του. Η σιωπή του τέλους του μύθου του διηγήματος μοιάζει με θυρανοίξιον ψίθυρο, ανείπωτο, μιας άλλης ποιότητας ζωής, με λειψόφτερο Εγώ και χειραγώγιμη ονειροπολία.



Μια άλλη αρετή των διηγημάτων της Αγγέλας Καϊμακλιώτη είναι ο μη αναμενόμενος, αλλά ξαφνιάζων τρόπος, με τον οποίον κλείνει τον κύκλο της εκπύρωσης του μύθου. Κάθε τέλος διηγήματος συναιρεί τις εκφάνσεις του μύθου της ψυχικής περιπέτειας σε ενότητα γνώμης – σκέψης, γνώσης, πείρας – σ’ έναν κύβο ηθικού στάγματος ζωής, που λειτουργεί ως μυστικός κώδικας αξιολόγησης και αποτίμησης του παρελθόντος χρόνου του προσώπου, αλλά και ως εν δυνάμει θυρανοίξιου της βιωματικής περιπέτειας του μέλλοντος χρόνου. Το τέλος, ως δομική τεκτονική Αρμονία[1] του μύθου, περαίνει καθαίροντας την ύπαρξη των παθημάτων της, ενώ πολιορκεί, ανεπιγνώτως, στη σιωπή, το νεύμα του μέλλοντος χρόνου.



Θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει πως η υπαρξιακή δραματική μονολογία κάθε διηγήματος, κυρίαρχος λόγος έμπνευσης και τρόπος γραφής της διηγηματογραφίας της Καϊμακλιώτη, συνιστά τη δύναμη και συνάμα την αδυναμία της λογοτεχνικής της γραφής. Αδυναμία, γιατί ο λόγος της Τέχνης και ο σκοπός της, το τέλος δηλαδή κατά την αρχαιοελληνική έννοια, πρέπει να ταυτίζεται και να προβληματίζει το ενδιαφέρον του κοινού των αναγνωστών και όχι να εξαντλείται ως ατομική περιπτωσιακή περιπέτεια ενός μύθου. Η πνευματική διεργασία του αναγνώστη, ως συμ-πάθεια και ως συν-έργεια με τα δρώμενα του διηγηματικού μύθου, συνήθως πηγάζει από την ομοείδεια και τη συνάφεια της υπαρξιακής προβληματικής της κοινότητας των προσώπων και όχι από τον ατομικό περιπτωσιογενή λόγο ενός μύθου. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο μηχανισμός της ηθικής κάθαρσης του αναγνώστη, ως επενέργεια της Τέχνης. Είναι αυτό που άλλοι αποκαλούν κοινωνική αποστολή και άλλοι ιδεολογική στράτευση της λογοτεχνίας.



Το βέβαιον είναι πως, η Καϊμακλιώτη, με κατακτημένη απλότητα τόσο στη γλωσσική διατύπωση, όσο και στη σύνολη καλλιλογική του μύθου σκευή, αλλά και με ενδιαφέρουσα πλοκή της περιπέτειας του διηγηματικού μύθου και με το απρόσμενο του τέλους, του δίκην έμμεσου επιμυθίου τέλους, δομεί με επιτυχή τεχνική και δόκιμο λογοτεχνικό λόγο διηγήματα άξια επαίνου και αξιολογικής γραμματολογικής επιβράβευσης. Η πεζογραφία της Κύπρου καλοδέχεται ένα νέο δημιουργό, με αισιόδοξα τα βήματα της μελλοντικής δημιουργικής ανέλιξης και κατάθεσης.



Ζήνων Ζαννέτος



1.Αρμονία: Η αρχαιοελληνική τεκτονική γλώσσα ονομάζει «Αρμονία» τον τελευταίο πελεκητό λίθο, με τον οποίο έκλειε ο κώνος θολωτού Μυκηναϊκού τάφου των Βασιλέων και ολοκληρωνόταν με αυτόν η ενάρμονη καλλιτεχνική κατασκευή του βασιλικού κτίσματος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Συνέντευξη της Αγγέλας Καϊμακλιώτη στο Γραφείον Ποιήσεως

Ο χαμένος τόπος και χρόνος στην ποιητική συλλογή “Εκ του Σύνεγγυς” της Αγγέλας Καϊμακλιώτη

Κριτική του λογοτέχνη και μουσικού Στέφανου Ζυμπουλάκη για την ποιητική συλλογή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη," Ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα"