Κάτι φθινοπωρινό

Το κινητό του άρχισε πάλι να τραγουδά. Στην οθόνη εμφανίστηκε η λέξη home. Ήταν ο πατέρας του και σίγουρα δεν είχε καμία διάθεση να του απαντήσει ούτε να ακούσει τα παράπονά του. Πάτησε ένα κουμπί παραπέμποντας τον στον αυτόματο τηλεφωνητή: «Ο συνδρομητής που καλέσατε δεν ανταποκρίνεται. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα!» Πώς τα κατάφερνε αυτός ο άνθρωπος να του σπάζει τα νεύρα, να τον βγάζει έξω από τα ρούχα του! Πάντα οι συνομιλίες τους κατέληγαν σε λογομαχίες και κουβέντες πικρές. Ένιωθε ότι δεν τον υπολόγιζε, ότι τον υποτιμούσε. Ήθελε να του μιλήσει για όλα όσα κατάφερε, για όλα όσα πάλεψε και πέτυχε, ήθελε ν’ ακούσει ένα καλό λόγο από το στόμα του. Ένα «μπράβο γιε μου, είμαι περήφανος» ή έστω ένα «πώς είσαι γιε μου, είμαι δίπλα σου». Λόγια που άκουσε από φίλους και ξένους αλλά που δεν άκουσε ποτέ από τον πατέρα του. Τον αγαπούσε, μα αισθανόταν πολύ πικραμένος κι απογοητευμένος από τη συμπεριφορά του. Τελευταία εκείνος έκανε τόσα πολλά λάθη που ήταν σαν να τα έκανε επίτηδες για να τον τρελάνει.

Το κινητό συνέχισε να χτυπά επίμονα. Το απάντησε φανερά εκνευρισμένος. «Έρχομαι, ηρέμησε! Έχω κι άλλες δουλειές, δεν είσαι μωρό! Κάνε λίγη υπομονή ρε πατέρα, δεν μπορώ να πετάξω κιόλας. Αυτοκίνητο οδηγώ όχι πύραυλο! Σε είκοσι λεπτά θα είμαι εκεί.» Στην πραγματικότητα δεν ήθελε να πάει εκεί. Γιατί εκείνα που θα έβλεπε, θα άκουε, θα ζούσε, θα έκανε εκεί, ήταν οδυνηρά. Στο πατρικό του ζούσε ο πατέρας του με τη δεύτερή του σύντροφο και το σκηνικό ήταν εχθρικό για εκείνον.

Δεν αισθανόταν ότι πάει σπίτι του, δεν αισθανόταν εκείνο το «κάτι» που τον τραβούσε σαν μαγνήτης τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια στο χώρο εκείνο. Οι μυρωδιές είχαν αλλάξει, οι ήχοι έγιναν πια χυδαίοι, τα έπιπλα έπαψαν να είναι οικεία. Τα χρώματα στους τοίχους και τις κουρτίνες, στα χαλιά και στα τραπεζομάντιλα ήταν διαφορετικά. Κάποτε ξεθωριασμένα, άλλοτε τόσο έντονα που του προκαλούσαν αναγούλα. Η αύρα και η ενέργεια του χώρου είχε αλλάξει κι εκείνος δεν ένιωθε ευπρόσδεκτος. Ακόμα και οι οικογενειακές φωτογραφίες στους τοίχους και στα τραπεζάκια, στο σύνθετο, είχαν αλλάξει ύφος, παρουσιαστικό. Το χαμόγελό τους ήταν πικρό και το βλέμμα τους πονεμένο. Γιατί να επιθυμεί λοιπόν να πάει εκεί;

Άλλοτε όταν έβλεπε να εμφανίζεται η λέξη home στην οθόνη του κινητού, ένα γλυκό συναίσθημα τον κυρίευε. Πάντα ήταν καλά τα νέα, πάντα ήταν όμορφα τα χρώματα, οι μυρωδιές εξαίσιες, οι ήχοι μαγικοί, χαλαρωτικοί και «κάτι» γλυκό και τρυφερό πλανιόταν στο σπίτι εκείνο, της μάνας του. Ίσως όχι πάντα. Ίσως πάντα, εκτός από κείνη τη θλιβερή, φθινοπωρινή μέρα που ο ήχος του κινητού, η λέξη home και το «κάτι», είχαν αλλάξει για πάντα τη ζωή τους. Ήταν η μάνα του και ήταν η συνηθισμένη ώρα που τον καλούσε στο κινητό, όταν εκείνος επέστρεφε από το σχολείο. Ποτέ δεν κατάλαβε γιατί προτιμούσε να τον καλεί εκείνη τη συγκεκριμένη ώρα. «Γιατί δεν μπορείς να περιμένεις λίγο ακόμα όταν θα πάω σπίτι να μιλήσουμε; Οδηγώ ακόμα.»

Συνήθως του τηλεφωνούσε για να μάθει τα νέα του, ποιο ήταν το πρόγραμμα της μέρας, πότε θα περνούσε να τη δει, τι είπαν οι γειτόνισσες, πότε θα ζυμώσει τα κουλούρια και τις κολοκυθόπιτες. Αυτά ήταν τα θέματά της. Αγαπημένη της συνήθεια να τον ενημερώνει για όλα τα κοσμικά, τα οικογενειακά, τα κουτσομπολιά και να τον ακούει υπομονετικά να της αφηγείται όλες τις σχολικές ιστορίες, τα νέα των μαθητών του, τις ιδιοτροπίες και την πρόοδό τους, καθώς και τις συζητήσεις με τους συναδέλφους του. Γνώριζε σχεδόν όλους τους φίλους του και τους μαθητές του, καθώς εκείνος μοιραζόταν μαζί της τα περισσότερα απ’ όσα τον απασχολούσαν. Ήταν η σύμβουλος, η σοφή, η μάνα, η αγκαλιά που τον περίμενε ανοικτή μόνιμα και άνευ όρων.

Εκείνη τη μέρα, η φωνή της ήταν διαφορετική. «Έλα. Θέλω να σου πω κάτι.» Ο ήχος ακούστηκε μέσα από το κινητό απειλητικός, παράξενος και σαν τηλεχειριστήριο οδήγησε τη σκέψη του πολύ πίσω στο χρόνο, στα μικράτα του, στις ώρες του πολέμου, όταν έτρεχαν κυνηγημένοι να γλιτώσουν από τις αεροπορικές επιδρομές και τους βομβαρδισμούς. «Έλα κοντά μου, θέλω να σου πω κάτι.» Τα λόγια της ήταν τα ίδια όπως τότε. Και το «κάτι» δεν ήταν «κάτι». Ήταν «πολύ»! Πιο πολύ απ’ όσο μπορούσε ν’ αντέξει η παιδική ψυχή του. «Δε θα ξαναδούμε το θείο Στάθη. Πέθανε στον πόλεμο για την πατρίδα. Είναι ήρωας!»

Έτσι συνήθιζε να του μιλά. Ίσια και σταράτα. Δεν ήξερε να χρωματίζει την αλήθεια ούτε να τη γλυκαίνει όσο πικρή κι αν ήταν. Κι εκείνος έμαθε από πολύ νωρίς να την καταπίνει την πικρή αλήθεια, να τη χωνεύει με συνοπτικές διαδικασίες και αξιοπρέπεια, χωρίς μελοδραματισμούς και κλαψουρίσματα. Εκείνο το τηλεφώνημα ήταν προάγγελος μιας ακόμα αλήθειας. Σταμάτησε το αυτοκίνητο του στην αυλή της. Το συναίσθημα της αλήθειας που μεταμορφωνόταν σε φόβο τον σκότωνε. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και μπήκε στην κουζίνα. Εκεί τη συναντούσε κάθε φορά που πήγαινε στο πατρικό του. Του χαμογελούσε. Κάτι άρχισε να του λέει. Κάτι της είπε ο γιατρός το πρωί. Καρκίνος. Η μάνα του είχε καρκίνο. Ναι, η μάνα του είχε καρκίνο. Μα δεν ήταν δυνατόν. Κάποιο λάθος έγινε. Σίγουρα δεν κατάλαβε καλά. Το «κάτι» ήταν όπως πάντα «πολύ». Η μάνα ψύχραιμη, αξιοπρεπής ανακοίνωσε το «κάτι» και ζήτησε κατανόηση από τους δύο άντρες της ζωής της. Εκείνον κι εκείνον. Το γιο της και τον άντρα της.

Για την αρρώστια της, μίλησαν μάνα και γιος ώρες πολλές, καθισμένοι πλάι πλάι στο χώρο αναμονής του ογκολογικού κέντρου γιατί ο Θεός την άφησε μαζί τους ένα χρόνο μετά την ασθένεια. Έναν ακριβώς χρόνο μετά από τη διάγνωση. Οι ατέλειωτες βασανιστικές ώρες και μέρες στο ογκολογικό κέντρο, οι συζητήσεις που κατέληγαν πάντα στο θέλημα του Θεού. Η θέλησή της να ζήσει, που φαινόταν πως ήταν πιο δυνατή κι από το θέλημα του Θεού. Κατάφερε να μιλήσει μαζί της για πολλά. Έμεινε ώρες ατέλειωτες, μαρτυρικές στο προσκεφάλι της. Άκουσε τους γιατρούς να την κεραυνώνουν με τις διαγνώσεις τους. Αυτή δεν έχυσε ούτε ένα δάκρυ. Αντίθετα αυτός έκλαψε πολύ. Συμφώνησαν να είναι ειλικρινείς. Εκείνη δεν ήθελε τα ψέματα. Η ιερή εμμονή της για την αλήθεια, το άγραφο συμβόλαιο τους να λένε πάντοτε την αλήθεια όσο πικρή, όσο ασήκωτη κι αν ήταν. Ήθελε να γνωρίζει τα πάντα. Ακόμα και την ώρα του θανάτου. Γιατί τη γνώριζε την ώρα του θανάτου της! Ζήτησε να κοινωνήσει και να εξομολογηθεί. Όμως εκείνος δεν ένιωσε ούτε για μια στιγμή ότι η μάνα του φοβόταν το Θεό. Φοβόταν τον καρκίνο, όχι όμως το Θεό ή το Θάνατο.

Τελικά τη νίκησε, γιατί ο καρκίνος όπως τον έζησε εκείνος με τη μάνα του δεν ήταν αρρώστια. Ήταν πόλεμος κι αυτή παραδόθηκε. Την ημέρα που πέθαινε του τηλεφώνησε και του το ανάγγειλε. «Πεθαίνω, έλα!» Επιστρέφοντας στο σπίτι του και αντικρίζοντας τα παιδιά του κατάλαβε ότι ζούσε μια από τις δυσκολότερες στιγμές της ζωής του. Έπρεπε να τους πει αυτό που κι εκείνος δεν μπορούσε να αντέξει. «Έφυγε η γιαγιά. Έφυγε η γιαγιά τόσο νωρίς. Μας εγκατέλειψε!» Μια πύρινη ρομφαία ξέσκισε την ψυχή του. Δε θυμόταν τι ακριβώς τους έλεγε, πώς τους το έλεγε. Για μια βδομάδα τα παιδιά του, έβλεπαν τη γιαγιά να μπαινοβγαίνει στο σπίτι τους, να ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες και να τους χαμογελά. Την οσφραίνονταν, ήξεραν καλά τη μυρωδιά της. Την αγαπημένη μυρωδιά της γιαγιάς. Τους μιλούσε και στον ύπνο και στον ξύπνιο τους. Δεν τη φοβήθηκαν ούτε μια στιγμή. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε; Αυτή ήταν η γλυκιά γιαγιά που τα μεγάλωσε, που τα αγάπησε. Που πάντα είχε «κάτι» γλυκό να τους πει, να τα κεράσει, να τα κάνει να νιώσουν, να γελάσουν, να ονειρευτούν.

Με τον πατέρα του δεν κατάφεραν ποτέ να μιλήσουν για κείνη. Δεν τόλμησαν. Ούτε για το θάνατό της, ούτε για τη ζωή τους. Θυμόταν όμως το βουβό του κλάμα, τη στιγμή που εκείνη περνούσε στην αιωνιότητα. Αξέχαστη στιγμή, χαραγμένη αιωνίως στην ψυχή του. Ήταν μια συννεφιασμένη μέρα. Έτσι ακριβώς όπως ήταν κι η μάνα του τον περισσότερο καιρό. Συννεφιασμένη. Εκείνος ένιωσε πιο μόνος από ποτέ, ο θάνατός της το τραγικότερο «κάτι» και η αλήθεια της το μεγαλύτερο «πολύ» του κόσμου. Πιο πολύ απ’ όσο μπορούσε ν’ αντέξει. Έτσι τουλάχιστον νόμιζε. Έριξε μια χούφτα χώμα πάνω στο άψυχο σώμα της και την αποχαιρέτησε. Δεν κράτησε συναισθήματα ούτε μνήμες από την κηδεία.

Εκείνο που έμεινε καρφωμένο στην ψυχή του ήταν η αγωνία της τα τελευταία λεπτά, όταν ίσως είδε τις οντότητες που ήρθαν να τη συνοδεύσουν στην άλλη ζωή. Γαλήνη και ηρεμία ήταν ό,τι κατάφερε να διαβάσει στα μάτια της, εκείνη την ύστατη ώρα.

Η μάνα του, που πάντα κουβαλούσε μέσα της μυστικά, πίκρα και μεγάλη αγάπη για τη ζωή, κυρίως για εκείνη τη ζωή που ποτέ δεν έζησε, είχε ένα ήσυχο τέλος. Έσβησε σαν κερί. Όταν τη σκεφτόταν, ήθελε να πιστεύει ότι έφυγε, γιατί ολοκλήρωσε αυτά για τα οποία είχε σταλεί στη ζωή, ότι έκλεισε τον κύκλο της, έστω και νωρίς. Ήταν περήφανη γυναίκα. Πέθανε την πρώτη μέρα που άνοιξαν τα σχολεία, φθινόπωρο, να μη γίνει βάρος κανενός. Επέλεξε για την αναχώρησή της μια γκρίζα και μελαγχολική μέρα, όπως ήταν και η ζωή της, γλυκόπικρη, στριμωγμένη ανάμεσα σε καλοκαίρια και χειμώνες, κουβαλώντας μέχρι τέλους εκείνο το τελεσίδικο και αμείλικτο φθινοπωρινό «κάτι» που μετατρέπει το τοπίο σε μαυρόασπρη ταινία αποχωρισμού.

Ο ήχος του κινητού τον επανέφερε στο παρόν. Home σας καλεί. «Έρχομαι πατέρα, είμαι κοντά». Άνοιξε το τζάμι του αυτοκινήτου. Το φθινόπωρο έφερνε μαζί του μυρωδιές αγαπημένες. Βρεγμένο χώμα, σάπια φύλλα, μυρωδιά από σύννεφα. «Κάτι» ένιωσε να δροσίζει την ψυχή του. Βρισκόταν μπροστά από το πατρικό του. Ο πατέρας του ήταν εκεί και τον περίμενε χαμογελαστός και δίπλα στεκόταν η σύντροφός του. «Έχουμε να σου πούμε κάτι!» Αναστέναξε καθώς ένιωσε ότι εκείνο το «κάτι» το φθινοπωρινό, θα ήταν και πάλι «πολύ».

"Οι ψυχές βαδίζουν μόνες", ΠΗΛΙΟ 2011

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Συνέντευξη της Αγγέλας Καϊμακλιώτη στο Γραφείον Ποιήσεως

Ο χαμένος τόπος και χρόνος στην ποιητική συλλογή “Εκ του Σύνεγγυς” της Αγγέλας Καϊμακλιώτη

Κριτική του λογοτέχνη και μουσικού Στέφανου Ζυμπουλάκη για την ποιητική συλλογή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη," Ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα"